Thymele Logo
Search

ρεαλισμός [ουσ. αρσ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 4
Videos Icon 8
[1]

Ορισμός

Καλλιτεχνικό και αισθητικό κίνημα που διαμορφώθηκε στη Γαλλία γύρω στο 1850 και διαδόθηκε στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, επιδιώκοντας, σε αντίθεση με τη ρομαντική εξιδανίκευση, την πιστή και αληθοφανή αναπαράσταση της σύγχρονης καθημερινής και κοινωνικής πραγματικότητας μέσω της παρατήρησης, στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στο θέατρο και στη μουσική.

Ανάπτυξη

Ο ρεαλισμός διαμορφώθηκε ως οργανωμένο καλλιτεχνικό κίνημα στη Γαλλία γύρω στο 1850 και, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη, στη Ρωσία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με ευρύτερη σημασία, ο όρος δηλώνει κάθε καλλιτεχνική τάση που επιδιώκει την πιστή απόδοση της πραγματικότητας, ανεξαρτήτως εποχής. Το κίνημα γεννήθηκε ως αντίδραση στην εξιδανίκευση και στη φυγή προς το παρελθόν και το εξωτικό, που χαρακτήριζαν τον ρομαντισμό. Εμφανίστηκε σε μια περίοδο βαθιών κοινωνικών μεταβολών: η εκβιομηχάνιση, η αστικοποίηση, η άνοδος της αστικής τάξης και οι επαναστάσεις του 1848 έφεραν τα λαϊκά και εργατικά στρώματα στο προσκήνιο της τέχνης. Φιλοσοφικό έρεισμα του κινήματος υπήρξε ο θετικισμός του Auguste Comte [Ωγκύστ Κοντ], σύμφωνα με τον οποίο η γνώση θεμελιώνεται στην παρατήρηση και στην επιστημονική μέθοδο. Η εφεύρεση της φωτογραφίας (1839) καθιέρωσε ένα νέο πρότυπο οπτικής ακρίβειας. Ο καλλιτέχνης και η καλλιτέχνιδα καλούνταν πλέον να παρατηρούν τον σύγχρονο κόσμο με τη νηφαλιότητα του επιστήμονα, χωρίς ωραιοποίηση.


Ο όρος réalisme καθιερώθηκε στη γαλλική κριτική τη δεκαετία του 1850 με αφορμή το έργο του Gustave Courbet [Γκυστάβ Κουρμπέ]. Σε πίνακες όπως οι Les Casseurs de pierres [Οι λιθοθραύστες] (1849) και η Un enterrement à Ornans [Μια κηδεία στο Ορνάν] (1849 – 1850), ο Courbet απέδωσε σε αγρότες και εργάτες τις διαστάσεις και τη βαρύτητα που η ακαδημαϊκή παράδοση επιφύλασσε στην ιστορική ζωγραφική. Όταν το 1855 η επιτροπή της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού απέρριψε δύο από τα μεγάλα έργα του, οργάνωσε δική του έκθεση στο Pavillon du Réalisme [Περίπτερο του Ρεαλισμού] και συνόδευσε τον κατάλογο με κείμενο-μανιφέστο. Θεωρητικοί του κινήματος υπήρξαν ο Champfleury [Σανφλερύ], με τον τόμο Le Réalisme [Ο ρεαλισμός] (1857), και ο Louis Edmond Duranty [Λουί Εντμόν Ντυραντύ], με το ομώνυμο περιοδικό (1856 – 1857). Στο ίδιο πνεύμα ο Jean-François Millet [Ζαν-Φρανσουά Μιλλέ] ζωγράφισε τις Des glaneuses [Οι σταχομαζώχτρες] (1857) και ο Honoré Daumier [Ωνορέ Ντωμιέ] σκηνές της αστικής καθημερινότητας. Στη Γερμανία ο Adolph Menzel [Άντολφ Μέντσελ] απεικόνισε τη βιομηχανική εργασία στο Eisenwalzwerk [Ελασματουργείο] (1872 – 1875). Στη Ρωσία ο Ίλια Ρέπιν [Ilya Repin] αποτύπωσε τη ζωή του λαού στους Μπουρλάκους του Βόλγα [Burlaki na Volge] (1870 – 1873) και εντάχθηκε αργότερα στους «Περιπλανώμενους» [Peredvizhniki], τον κύκλο ζωγράφων που έφερε τη ρεαλιστική τέχνη σε ολόκληρη τη ρωσική επικράτεια με περιοδεύουσες εκθέσεις.


Στη λογοτεχνία προάγγελος υπήρξε η Comédie humaine [Ανθρώπινη κωμωδία] του Honoré de Balzac [Ωνορέ ντε Μπαλζάκ], πανοραμική αποτύπωση της γαλλικής κοινωνίας. Η Madame Bovary [Μαντάμ Μποβαρύ] (1857) του Gustave Flaubert [Γκυστάβ Φλωμπέρ] καθιέρωσε την απρόσωπη αφήγηση και την ακρίβεια της λεπτομέρειας. Η δίκη για προσβολή των χρηστών ηθών που ακολούθησε την έκδοσή της φανέρωσε πόσο προκλητική ήταν η νέα αισθητική. Ο Charles Dickens [Κάρολος Ντίκενς] και η George Eliot [Τζωρτζ Έλιοτ] στην Αγγλία, καθώς και ο Λέων Τολστόι [Lev Tolstoy] στη Ρωσία, ανέδειξαν το μυθιστόρημα σε κυρίαρχο είδος του ρεαλισμού, συνδέοντας την ατομική μοίρα με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες.


Στο θέατρο ο ρεαλισμός επιβλήθηκε σταδιακά. Τη δεκαετία του 1850 ο Alexandre Dumas fils [Αλέξανδρος Δουμάς υιός] και ο Émile Augier [Εμίλ Ωζιέ] έφεραν στη σκηνή το χρήμα, τον γάμο και την ηθική της αστικής τάξης μέσα από το έργο με θέση [pièce à thèse], αξιοποιώντας τη σφιχτή δομή του ευποίητου έργου. Η δραματουργία του Henrik Ibsen [Ερρίκος Ίψεν] και του Αντόν Τσέχωφ [Anton Chekhov] ολοκλήρωσε τη μετάβαση, μετατρέποντας τη σκηνή σε πεδίο κριτικής των θεσμών και διερεύνησης του ψυχισμού. Η σκηνική πράξη ακολούθησε την ίδια πορεία. Το κλειστό σκηνικό δωματίου [box set] αντικατέστησε τα ζωγραφιστά παραπετάσματα και ο νοητός τέταρτος τοίχος χώρισε τη σκηνή από την πλατεία. Ο ηλεκτρικός φωτισμός επέτρεψε ακριβέστερο έλεγχο της ατμόσφαιρας, και το 1881 το Savoy Theatre του Λονδίνου έγινε το πρώτο θέατρο που φωτίστηκε αποκλειστικά με ηλεκτρικό ρεύμα. Ο θίασος του Georg II. von Sachsen-Meiningen [Γεώργιος Β΄ του Σαξ-Μάινινγκεν], το Théâtre Libre [Ελεύθερο Θέατρο] του André Antoine [Αντρέ Αντουάν] (1887) και το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας (1898) παγίωσαν τη σκηνοθεσία ως λειτουργία που συντονίζει όλα τα στοιχεία της παράστασης. Το σύστημα Στανισλάφσκι μετέφερε στη συνέχεια το αίτημα της αλήθειας στην υποκριτική.


Στο λυρικό θέατρο ο ρεαλισμός εκφράστηκε τόσο στη θεματολογία όσο και στην ίδια τη μουσική γλώσσα. Η La traviata [Η παραστρατημένη] (1853) του Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι], βασισμένη στην Κυρία με τις καμέλιες του Δουμά υιού, και η Carmen [Κάρμεν] (1875) του Georges Bizet [Ζωρζ Μπιζέ] έφεραν στη σκηνή σύγχρονα θέματα και πρόσωπα του κοινωνικού περιθωρίου. Στη Ρωσία ο ρεαλισμός διαπέρασε τη μουσική γραφή. Ο Αλεξάντρ Νταργκομίζσκι [Alexander Dargomyzhsky] με την όπερα Πέτρινος επισκέπτης [Kamennyy gost'] (1872) και ο Μοντέστ Μουσόργκσκι [Modest Mussorgsky] με τον Μπορίς Γκοντουνόφ [Boris Godunov] (1874) επιδίωξαν να ακολουθεί η μελωδία τον ρυθμό και τον τονισμό της ομιλίας. Τη δεκαετία του 1890 ο βερισμός αποτέλεσε την ιταλική εκδοχή του ρεαλισμού. Ο χορός, προσανατολισμένος στη μορφή και στο φαντασιακό, έμεινε επί μακρόν έξω από το κίνημα. Ο ρεαλισμός εισήλθε σε αυτόν τον 20ό αιώνα, κυρίως μέσα από το σοβιετικό χορόδραμα [drambalet] του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Χαρακτηριστικά έργα είναι η Κρήνη του Μπαχτσισαράι [Bakhchisarayskiy fontan] (1934) του Ροστισλάβ Ζαχάρωφ [Rostislav Zakharov] και το Ρωμαίος και Ιουλιέτα [Romeo i Dzhulyetta] (1940) του Λεονίντ Λαβρόφσκι [Leonid Lavrovsky].


Ο ρεαλισμός συγχέεται συχνά με τον νατουραλισμό, τη ριζοσπαστική του απόληξη. Ο ρεαλισμός επιλέγει και οργανώνει τα στοιχεία της πραγματικότητας ώστε να αναδείξει μια κοινωνική ή ψυχολογική αλήθεια. Ο νατουραλισμός, τον οποίο θεωρητικοποίησε ο Émile Zola [Εμίλ Ζολά] στο Le Naturalisme au théâtre [Ο νατουραλισμός στο θέατρο] (1881), επιδιώκει μια σχεδόν επιστημονική καταγραφή της «τομής ζωής» [tranche de vie] και αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως προϊόν της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος.


Η θεωρητική συζήτηση για τον ρεαλισμό υπήρξε εκτενής. Ο Erich Auerbach [Έριχ Άουερμπαχ] στο Mimesis [Μίμησις] (1946) παρακολουθεί την αναπαράσταση της πραγματικότητας στη δυτική γραμματεία από τον Όμηρο έως τον 20ό αιώνα και εντοπίζει στον ρεαλισμό του 19ου αιώνα τη σοβαρή απεικόνιση της ζωής των απλών ανθρώπων. Ο György Lukács [Γκέοργκ Λούκατς] υπερασπίστηκε τον ρεαλισμό ως την τέχνη που συλλαμβάνει την κοινωνική ολότητα μέσα από τυπικούς χαρακτήρες. Ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] αντέτεινε, στη διαμάχη τους κατά τη δεκαετία του 1930, ότι ο ρεαλισμός κρίνεται από την ικανότητα να αποκαλύπτει τους κοινωνικούς μηχανισμούς και όχι από την πιστότητα της μορφής. Ο Ρομάν Γιάκομπσον [Roman Jakobson] (1921) και ο Roland Barthes [Ρολάν Μπαρτ], με το "L'effet de réel" ["Το φαινόμενο του πραγματικού"] (1968), ανέδειξαν τον ρεαλισμό σε σύμβαση. Κατά την ανάλυσή τους, η εντύπωση της πραγματικότητας προκύπτει από κώδικες και από λεπτομέρειες που λειτουργούν ως βεβαίωση ότι πρόκειται για το πραγματικό.


Στον ελληνικό χώρο ο ρεαλισμός εκφράστηκε κυρίως μέσα από την ηθογραφία. Στη ζωγραφική, ο Νικηφόρος Λύτρας αποτύπωσε σκηνές της ελληνικής καθημερινότητας, όπως στα Κάλαντα (1872), με την τεχνική της σχολής του Μονάχου. Στη λογοτεχνία, η γενιά του 1880, με τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Ανδρέα Καρκαβίτσα, στράφηκε στην ύπαιθρο και στους ανθρώπους της. Στο θέατρο, η Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και το Βασιλικό Θέατρο, που ιδρύθηκαν αμφότερα το 1901, εξοικείωσαν το αθηναϊκό κοινό με το ευρωπαϊκό ρεπερτόριο και με μια φυσικότερη υποκριτική. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο Παντελής Χορν καλλιέργησαν το αστικό και κοινωνικό δράμα. Μεταπολεμικά, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης εγκαινίασε μια νέα ρεαλιστική δραματουργία.


Οι αρχές του ρεαλισμού διαπέρασαν ολόκληρο τον 20ό αιώνα μέσα από επιμέρους εκδοχές, όπως ο ψυχολογικός, ο ποιητικός, ο κριτικός και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη γλώσσα του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Στη σύγχρονη σκηνή, το θέατρο τεκμηρίωσης και το αυτολεξεί θέατρο [verbatim theatre] αναζητούν την αυθεντικότητα με νέα μέσα, αντλώντας το υλικό τους απευθείας από την πραγματικότητα.

Αγγλικά
realism
Γαλλικά
réalisme, le
Γερμανικά
Realismus, der
Ιταλικά
realismo, il

Συνώνυμα

ρεαλιστικό κίνημα, ρεαλιστικό ρεύμα

Σχετικοί όροι

ρεαλιστικό θέατρο, ρεαλιστικό δράμα, ρεαλιστική όπερα, ρεαλιστικό παίξιμο, φανταστικός ρεαλισμός, αντιρεαλισμός, θέατρο του πραγματικού, ρομαντισμός, τομή ζωής

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Le titre de réaliste m'a été imposé comme on a imposé aux hommes de 1830 le titre de romantiques. Les titres en aucun temps n'ont donné une idée juste des choses ; s'il en était autrement, les œuvres seraient superflues. [...] J'ai étudié, en dehors de tout esprit de système et sans parti pris, l'art des anciens et l'art des modernes. Je n'ai pas plus voulu imiter les uns que copier les autres ; ma pensée n'a pas été davantage d'arriver au but oiseux de l'art pour l'art. J'ai voulu tout simplement puiser dans l'entière connaissance de la tradition le sentiment raisonné et indépendant de ma propre individualité. Savoir pour pouvoir, telle fut ma pensée. Être à même de traduire les mœurs, les idées, l'aspect de mon époque, selon mon appréciation, être non seulement un peintre, mais encore un homme, en un mot, faire de l'art vivant, tel est mon but.»


«Ο τίτλος του ρεαλιστή μού επιβλήθηκε, όπως επιβλήθηκε στους ανθρώπους του 1830 ο τίτλος των ρομαντικών. Οι τίτλοι ουδέποτε έδωσαν ορθή ιδέα των πραγμάτων· αν συνέβαινε το αντίθετο, τα έργα θα ήταν περιττά. [...] Μελέτησα, μακριά από κάθε πνεύμα συστήματος και χωρίς προκατάληψη, την τέχνη των παλαιών και την τέχνη των νεοτέρων. Δεν θέλησα να μιμηθώ τους πρώτους περισσότερο απ' ό,τι να αντιγράψω τους δεύτερους· ούτε απέβλεψα στον μάταιο σκοπό της τέχνης για την τέχνη. Θέλησα απλώς να αντλήσω από την πλήρη γνώση της παράδοσης το έλλογο και ανεξάρτητο αίσθημα της δικής μου ατομικότητας. Να γνωρίζω για να μπορώ: αυτή ήταν η σκέψη μου. Να είμαι σε θέση να αποδώσω τα ήθη, τις ιδέες, την όψη της εποχής μου, σύμφωνα με τη δική μου κρίση, να είμαι ζωγράφος και συνάμα άνθρωπος, με μια λέξη, να κάνω ζωντανή τέχνη: αυτός είναι ο σκοπός μου.»

Στον πρόλογο του καταλόγου της έκθεσης που οργάνωσε το 1855 στο Pavillon du Réalisme [Περίπτερο του Ρεαλισμού], ο Gustave Courbet [Γκυστάβ Κουρμπέ] αποδέχεται με επιφύλαξη τον χαρακτηρισμό «ρεαλιστής» και τον παραλληλίζει με τον τίτλο που είχε επιβληθεί στους ρομαντικούς του 1830. Το κείμενο, γνωστό ως «μανιφέστο του ρεαλισμού», απορρίπτει τόσο τη μίμηση των παλαιών προτύπων όσο και την «τέχνη για την τέχνη». Θέτει ως σκοπό της τέχνης την απόδοση των ηθών, των ιδεών και της όψης της σύγχρονης εποχής. Ο Courbet συμπυκνώνει έτσι το πρόγραμμα του ρεαλισμού στο αίτημα μιας «ζωντανής τέχνης» [art vivant], ριζωμένης στο παρόν και στην προσωπική ματιά του καλλιτέχνη.

Courbet, G. (1855). Le Réalisme. Στο Exhibition et vente de quarante tableaux et quatre dessins de l'œuvre de Gustave Courbet. Paris, χ.σ.

Quote Icon

"Stanislavsky staged Chekhov's plays without a System. He strictly controlled the external elements of production to create realistic illusion. Three-dimensional rooms with real knobs on real doors and historically accurate props and costumes reproduced reality as closely as was then technologically possible. Blocking too helped to sculpt credible space. For example, in Act I of The Seagull (1898) Stanislavsky places Sorin on a bench with his back to the audience, thus making the invisible 'fourth wall' palpable and reminding spectators of their role as eavesdroppers (Stanislavskii 1981: 61). These early Moscow Art Theatre productions borrowed the latest techniques in realism from European directors like Germany's Duke Georg of Saxe-Meiningen (who used an ensemble of actors and visual perspective to produce believable crowd scenes) and France's André Antoine (who created three-dimensional interior rooms on stage and coined the term 'fourth wall'). In short, Stanislavsky used means familiar throughout Europe to join the aesthetic revolution of his time."


«Ο Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski] σκηνοθέτησε τα έργα του Αντόν Τσέχωφ [Anton Chekhov] χωρίς να διαθέτει ακόμη Σύστημα. Έλεγχε αυστηρά τα εξωτερικά στοιχεία της παράστασης, ώστε να δημιουργήσει ρεαλιστική ψευδαίσθηση. Τρισδιάστατα δωμάτια, με αληθινά πόμολα σε αληθινές πόρτες, και ιστορικά ακριβή σκηνικά αντικείμενα και κοστούμια αναπαρήγαγαν την πραγματικότητα με όση πιστότητα επέτρεπε τότε η τεχνολογία. Και η σκηνική κίνηση των ηθοποιών συνέβαλε στη διάπλαση ενός πειστικού χώρου. Στην Α΄ πράξη του Γλάρου (1898), για παράδειγμα, ο Στανισλάφσκι τοποθετεί τον Σόριν σε ένα παγκάκι με την πλάτη στο κοινό. Καθιστά έτσι απτό τον αόρατο «τέταρτο τοίχο» και υπενθυμίζει στους θεατές τον ρόλο τους ως ωτακουστών (Stanislavskii 1981: 61). Αυτές οι πρώιμες παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας δανείστηκαν τις πιο πρόσφατες τεχνικές του ρεαλισμού από Ευρωπαίους σκηνοθέτες. Ο ένας ήταν ο Γερμανός Georg II. von Sachsen-Meiningen [Γεώργιος Β΄ του Σαξ-Μάινινγκεν], ο οποίος αξιοποίησε ένα σύνολο ηθοποιών και την οπτική προοπτική για να αποδώσει πειστικές σκηνές πλήθους. Ο άλλος ήταν ο Γάλλος André Antoine [Αντρέ Αντουάν], ο οποίος κατασκεύασε τρισδιάστατους εσωτερικούς χώρους επί σκηνής και επινόησε τον όρο "τέταρτος τοίχος". Με λίγα λόγια, ο Στανισλάφσκι χρησιμοποίησε μέσα γνωστά σε ολόκληρη την Ευρώπη για να συμμετάσχει στην αισθητική επανάσταση της εποχής του.»

Στο απόσπασμα αυτό η Sharon Marie Carnicke [Σάρον Μαρί Καρνίκε] τεκμηριώνει ότι ο ρεαλισμός των πρώτων παραστάσεων του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας στηριζόταν στην υλική πιστότητα του σκηνικού περιβάλλοντος και στην αυστηρή οργάνωση της κίνησης, όχι σε κάποια μέθοδο υποκριτικής. Η τοποθέτηση του Σόριν με την πλάτη προς την πλατεία λειτουργεί ως εμβληματική εφαρμογή της σύμβασης του τέταρτου τοίχου, η οποία μετατρέπει το κοινό σε αθέατο παρατηρητή. Ο ρεαλισμός αναδεικνύεται έτσι σε πανευρωπαϊκό αισθητικό αίτημα: ο Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski] αξιοποίησε τεχνικές που είχαν ήδη δοκιμαστεί στο Μάινινγκεν και στο Théâtre Libre [Ελεύθερο Θέατρο].

Carnicke, S. M. (2010). Stanislavsky's System: Pathways for the actor. Στο A. Hodge (Ed.), Actor Training (2nd ed., σσ. 1-25). London, New York: Routledge, σ. 19.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Ο Steven Zucker [Στήβεν Ζάκερ] και η Beth Harris [Μπεθ Χάρις] αναλύουν στο Musée d'Orsay…

Η Carmen [Κάρμεν] (1875) του Georges Bizet [Ζωρζ Μπιζέ] σε σκηνοθεσία Richard Eyre…

Οι Gengangere [Βρικόλακες] (1881) του Henrik Ibsen [Ερρίκος Ίψεν] σε τηλεοπτική παραγωγή του…

Η συνεργασία του Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski] και του Βλαντίμιρ Νεμίροβιτς-Νταντσένκο [Vladimir Nemirovich-Danchenko] με τον

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Gustave Courbet, Les Cribleuses de blé [Οι κοσκινίστρες του σιταριού], 1854, ελαιογραφία σε…

Jean-François Millet, Des glaneuses [Οι σταχομαζώχτρες], 1857, ελαιογραφία σε μουσαμά, Musée d'Orsay, Παρίσι.…

Honoré Daumier, Le Wagon de troisième classe [Το βαγόνι τρίτης θέσης], περ. 1862…

Ίλια Ρέπιν, Μπουρλάκοι του Βόλγα [Burlaki na Volge], 1870 – 1873, ελαιογραφία σε…

Νικηφόρος Λύτρας, Τα κάλαντα, 1872, ελαιογραφία σε μουσαμά, 59 × 90 εκ., ιδιωτική…

Η Betty Hennings [Μπέττυ Χέννινγκς] στον ρόλο της Νόρας, στην πρώτη παράσταση του Et dukkehjem

Παράδειγμα σύγχρονου ελληνικού ρεαλιστικού έργου: Στιγμιότυπο από την παράσταση Άγριος Σπόρος του Γιάννη Τσίρου, σε…

Στιγμιότυπο από την παράσταση Άνθρωποι και ποντίκια [Of Mice and Men] (1937) του

βασική

Auerbach, E. (2005). Μίμησις: Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία (Λ. Αναγνώστου, Μετ.). Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

Barthes, R. (1968). L'effet de réel. Communications, 11, 84-89.

Bloch, E., Lukács, G., Brecht, B., Benjamin, W. & Adorno, T. (1977). Aesthetics and Politics (R. Taylor, Ed. & Μετ.). London: NLB.

Dahlhaus, C. (1985). Realism in Nineteenth-Century Music (M. Whittall, Μετ.). Cambridge: Cambridge University Press.

Ezrahi, C. (2012). Swans of the Kremlin: Ballet and Power in Soviet Russia. Pittsburgh: University of Pittsburgh Press.

Grant, D. (1972). Ῥεαλισμός (Ἰ. Ράλλη & Κ. Χατζηδήμου, Μετ.) [Ἡ γλῶσσα τῆς κριτικῆς, 1]. Ἀθήνα: Ἑρμῆς.

Helland, F. & Holledge, J. (Eds.). (2018). Ibsen on Theatre. London: Nick Hern Books.

Kindelan, N. (1996). Shadows of Realism: Dramaturgy and the Theories and Practices of Modernism. Westport, CT: Greenwood Press.

Morris, P. (2003). Realism (The New Critical Idiom). London, New York: Routledge.

Nochlin, L. (1971). Realism (Style and Civilization). Harmondsworth: Penguin.

Preisendanz, W. (1990). Ρομαντισμός, ρεαλισμός, μοντερνισμός: Σκιαγράφηση μιας εξελικτικής πορείας (Α. Χρυσογέλου-Κατσή, Μετ.) [Θεωρία και μέθοδος]. Αθήνα: Καρδαμίτσα.

Stanislavski, K. (2008). My Life in Art (J. Benedetti, Μετ.). London, New York: Routledge.

Stremmel, K. (2004). Realism. Köln: Taschen.

Styan, J. L. (1981). Modern Drama in Theory and Practice, 1: Realism and Naturalism. Cambridge: Cambridge University Press.

Βίττι, Μ. (1991). Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας (3η αναθ. έκδ.). Αθήνα: Κέδρος.

συμπληρωματική

Allain, P. & Harvie, J. (2014). The Routledge Companion to Theatre and Performance (2nd ed.). London, New York: Routledge.

Brockett, O. G. & Hildy, F. J. (2017). Ιστορία του θεάτρου (τ. Β΄, Μ. Βιτεντζάκης, Α. Γαϊτανά & Α. Κεχαγιάς, Μετ., Μ. Χατζηεμμανουήλ & Μ. Βιτεντζάκης, Επιμ.). Αθήνα: Κοάν.

Carlson, M. (2018). Performance: A Critical Introduction (3rd ed.). London, New York: Routledge.

Eisenman, S. F. (2011). Nineteenth Century Art: A Critical History (4th ed.). London: Thames & Hudson.

Grout, D. J. & Williams, H. W. (1988). A Short History of Opera (3rd ed.). New York: Columbia University Press.

Pavis, P. (2006). Λεξικό του θεάτρου (Α. Στρουμπούλη, Μετ., Κ. Γεωργουσόπουλος, Επιμ.). Αθήνα: Gutenberg.

Pavis, P. (2016). The Routledge Dictionary of Performance and Contemporary Theatre. London, New York: Routledge.

Turner, C. & Behrndt, S. K. (2008). Dramaturgy and Performance. Basingstoke: Palgrave Macmillan.

Zarrilli, P. B., McConachie, B., Williams, G. J. & Sorgenfrei, C. F. (2013). Theatre Histories: An Introduction. London, New York: Routledge.

Θεοδωροπούλου, Μ. (1999). Γαλλικό θέατρο. Στο Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 28: Θέατρο, κινηματογράφος, μουσική, χορός (σσ. 75-82). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Σιδέρης, Γ. (1990-2010). Ιστορία του νέου ελληνικού θεάτρου 1794-1944 (τ. Α΄-Β΄). Αθήνα: Καστανιώτης.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. ρεαλισμός. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ρεαλισμός

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «ρεαλισμός». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ρεαλισμός.

MLA

«ρεαλισμός». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/ρεαλισμός.

1344